Ένα Πρότυπο Στυλ (Style Icon)
Σχεδιαστικές καινοτομίες
Ανατροπή του New Look του Ντιόρ
Η υψηλή κοινωνία ήταν αφοσιωμένη στη μόδα το 1900-1910. Μόνο οι πολύ πλούσιοι
άνθρωποι εκείνης της εποχής μπορούσαν να έχουν κομμάτια υψηλής ραπτικής, διότι τα ρούχα αυτά ήταν χειροποίητα και η διαδικασία παραγωγής ήταν αργή, λεπτομερής και ακριβή. Γι’ αυτό οι περισσότεροι δεν είχαν τα λεφτά για να πληρώσουν αυτά τα ρούχα. Οι πλούσιοι έλεγχαν την μόδα, γιατί η μόδα ήταν ένα σύμβολο του κοινωνικού status. Το συνηθισμένο στυλ ήταν εξωπραγματικό, οι γυναίκες φορούσαν πολλά ρούχα το ένα πάνω από το άλλο, για παράδειγμα σεμιζιέ, κορσέ, επικάλυμμα του κορσέ, μεγάλα εσώρουχα, φανελένια μεσοφόρια (τα οποία συνήθως ήταν και περισσότερα του ενός)... Το λεγόμενο New Look του Ντιόρ.
Γύρω στο 1908, ένα νέο στυλ στη μόδα ξεκίνησε. Η Σανέλ αντικατέστησε τον κορσέ με την άνεση και την καθημερινή κομψότητα. Τα σχέδιά της περιλάμβαναν τα απλά ταγέρ και φορέματα, τα γυναικεία παντελόνια, τα κοσμήματα κοστουμιών, τα αρώματα και τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Το κόνσεπτ ήταν η γυναικεία φιγούρα να φαίνεται φυσική. Οι γυναίκες ξεκίνησαν να κάνουν καριέρα σε διάφορους τομείς και είχαν ένα νέο τρόπο ζωής. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, οι γυναίκες ανέλαβαν τις δουλειές των αντρών και τα συνηθισμένα πομπώδη ρούχα εξαφανίστηκαν. Μετά το πέρας του πολέμου, η μόδα της Σανέλ επηρεάστηκε από την καινούρια συμπεριφορά των γυναικών.
Σύντομα, επεκτάθηκε και στην υψηλή ραπτική δουλεύοντας το ζέρσεϋ, η πρώτη στον
Το total look
Η Σανέλ ήταν η πρώτη σχεδιάστρια που έφερε τη μονοχρωμία στην εξωτερική εμφάνιση δημιουργώντας το total look.
Προϊόντα μακιγιάζ
Επίσης, ήταν η πρώτη σχεδιάστρια στην ιστορία της μόδας που σχεδίασε συσκευασίες προϊόντων μακιγιάζ.
Το casual ντύσιμο
Η Σανέλ έφερε και το casual ντύσιμο στις γυναίκες δημιουργώντας για πρώτη φορά γυναικεία πουλόβερ (διακοσμημένα συνήθως με χάντρες) και τις διάσημες δίχρωμες μπαλαρίνες της (μπεζ με μαύρη μύτη). Τέλος, η ίδια εισήγαγε
Το ethnic ντύσιμο
Αυτό το στυλ ένδυσης περιλάμβανε μια σειρά ρούχων επηρεασμένων από την Ασία, μια άλλη που αποκάλυπτε το gypsy look και σαν αξεσουάρ χρησιμοποιούνταν κατά βάση τα ντραπέ τουρμπάνια.
Σήμερα
Οι φορείς και οι δημιουργοί του μύθου, που κατοικοεδρεύουν στα γραφεία Σανέλ στην οδο Cambon και στη λεωφόρο Charles de Gaulle στο Παρίσι, αλλά και στη 57η οδό στη Νέα Υόρκη έχουν πετύχει να καταστήσουν το όνομα Σανέλ ακόμα περισσότερο εμπορικό και επιτυχές στο τέλος του 20ου αιώνα απ' ό,τι ήταν στην αρχή, επειδή έχουν μάθει να βρίσκουν μια μέση λύση μεταξύ της προστασίας των διαχρονικών στοιχείων της κληρονομιάς Σανέλ (όπως το No5) και της προσαρμογής των επίκαιρων στοιχείων της. Μετά το θάνατο της Σανέλ το 1971, αρκετοί από τους βοηθούς της σχεδίασαν τις συλλογές της υψηλής ραπτικής και ready-to-wear έως ότου ανέλαβε ο Karl Lagerfeld (γεννημένος το 1938) το κομμάτι της υψηλής ραπτικής το 1983 και τις ready-to-wearτo 1984. Ο Lagerfeld, όπως και η Σανέλ κατά την διάρκεια της επιστροφής της, κοίταξε στα προηγούμενα σχέδια για το μυστικό της επιτυχίας του. Τα σχέδιά του ενσωμάτωσαν τις λεπτομέρειες της υπογραφής της Σανέλ, τα υφάσματα τουίντ, τα χρώματα, τις χρυσές αλυσίδες, το καπιτονέ δέρμα, και το συνδεμένο λογότυπο των "CC". Στις πιο πρόσφατες συλλογές, ο Lagerfeld έγινε πιο ασεβής, αποσυνθέτοντας μερικά από τα θηλυκά looks της Σανέλ. Παίζοντας με το γεγονός ότι το αγαπημένο ύφασμα της ήταν το ζέρσεϋ, ο Lagerfeld το ενσωμάτωσε ακόμη και στις μπλούζες και στις λεπτομέρειες όλων των σχεδίων του. Εν τούτοις, η δυνατότητα του Lagerfeld να ψάχνει στο αρχείο του οίκου για την έμπνευση του, πιστοποιεί τη σημασία της συνεισφοράς της Gabrielle Chanel στη μόδα των γυναικών στον εικοστό αιώνα. «Μια γυναίκα μπορεί να είναι υπερβολικά ντυμένη, ποτέ όμως δε μπορεί να είναι υπερβολικά κομψά ντυμένη». Η Coco ήξερε πολύ καλά ότι το στυλ δεν έρχεται μόνο από την ενδυμασία, αλλά και από τη συμπεριφορά.γαλλικό κόσμο της μόδας. Μέχρι το 1920, ο οίκος της επεκτεινόταν συνεχώς, κάνοντας μόδα το look της, του μικρού αγοριού. Τα χαλαρά της σχέδια, οι κοντές φούστες και το casual ντύσιμο της, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την μόδα του κορσέ που επικρατούσε τις προηγούμενες δεκαετίες. Η ίδια η Σανέλ ντυνόταν με ρούχα που έμοιαζαν με αντρικά, πράγμα που προσάρμοσε και στις υπόλοιπες γυναίκες, οι οποίες το έβρισκαν απελευθερωτικό.
Ο ίδιος ο Κριστιάν Ντιόρ είπε: « με ένα μαύρο πουλόβερ και δέκα σειρές μαργαριτάρια ξεσήκωσε την μόδα».
Μικρά καπέλα
Τα αγορίστικα σχέδιά της, σε πλήρη αντίθεση με την Belle Epoque, που ήταν στη μόδα εκείνη την περίοδο, δεν περιορίζονταν στα ρούχα και για την ακρίβεια δεν ξεκίνησαν κι απ’ αυτά. Την πρώτη της σχεδιαστική απόπειρα την έκανε στα καπέλα, τα οποία και αναδιαμόρφωσε. Ενώ, μέχρι και τότε τα καπέλα ήταν πλατύγυρα και υπερβολικά, φορτωμένα με στολίδια, η Σανέλ επαναστάτησε σχεδιάζοντας (και φορώντας) καπέλα μικρά, απλής φόρμας και με στενό γείσο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά με αυτό, είπε: «πώς μπορεί να λειτουργήσει το μυαλό κάτω από αυτές τις συνθήκες;». Και κάτι για το οποίο δεν μπορεί να κατηγορηθεί η ίδια είναι ότι δεν χρησιμοποιούσε το μυαλό της.
ό μαύρο φόρεμα
Η Σανέλ συνέχισε να δημιουργεί επιτυχείς εμφανίσεις και στυλ για τις γυναίκες κατά τη δεκαετία του '20 και του '30. Τη δεκαετία του '20 διέδωσε το μικρό μαύρο φόρεμα, το οποίο έφερε πολλές για την εποχή καινοτομίες. Είχε κοντύνει το μήκος του, η μέση δεν ήταν πλέον ασφυκτικά στενή και η απλή μεταβλητότητά του, τού επέτρεπε να φορεθεί και την ημέρα και το βράδυ, ανάλογα με το είδος των αξεσουάρ που του προσέθετες. Ήταν το πρώτο ρούχο που διέθετε αυτό το προσόν. Αν και τα απλά μαύρα φορέματα προϋπήρχαν της Σανέλ, αυτά που αυτή σχεδίασε θεωρήθηκαν και θεωρούνται πρότυπα υψηλής ραπτικής. Το 1923, η σχεδιάστρια είπε στο Harper's Bazaar ότι «η απλότητα είναι η κεντρική ιδέα όλης της αληθινής κομψότητας», ενώ το 1926, η αμερικανική Vogue παρομοίασε «το μικρό μαύρο φόρεμα» της Σανέλ με τον Ford, υπαινισσόμενη τη σχεδόν καθολική δημοτικότητά του και την καθιέρωση του στη μόδα ως βασικό στοιχείο της. Στην πραγματικότητα, η έννοια του φορέματος κατάλληλου για την ημέρα και το βράδυ έγινε και μια βάση για την ίδια τη Σανέλ, καθ' όλη τη διάρκεια των επόμενων εποχών και ένα κλασικό κομμάτι της ένδυσης των γυναικών του εικοστού αιώνα. Για τις βραδυνές εμφανίσεις, το φόρεμα συνοδευόταν από μία σειρά κοσμημάτων.
Τα κοσμήματα
Η μοναδική της αίσθηση περί μόδας αντικατοπτριζόταν και στα σχέδια που έκανε και για τα κοσμήματα. Η καινοτομία της ήταν πως συνδύαζε πραγματικές με ψεύτικες πέτρες. Για άλλη μια φορά, παρασυρόταν στο σχεδιασμό από τα προσωπικά της πάθη και προτιμήσεις. Στα κοσμήματά της επαναλάμβανε, πολλές φορές, τη φόρμα της καμέλιας, που ήταν το αγαπημένο της λουλούδι.
Το άρωμα Νο.5
Το διάσημο άρωμά της, το Chanel No.5, ήταν το πρώτο που βγήκε στην αγορά από σχεδιαστή ρούχων στην ιστορία της αρωματοποιίας και οι ευθείες γραμμές του μπουκαλιού, το έκαναν να ξεχωρίζει από τα άλλα επιδεικτικά μπουκάλια αρωμάτων της εποχής εκείνης. Το Νο. 5 λέγεται ότι ήταν ο τυχερός αριθμός της Κοκό, εντούτοις η ονομασία του αρώματος επιλέχτηκε πραγματικά, επειδή ήταν το πέμπτο δείγμα.
«Το Chanel No5 ακόμα ταξινομείται ανάμεσα στα πέντε κορυφαία εμπορικά σήματα οποιουδήποτε σημαντικού καταστήματος», λέει ο Jean Hoehn Zimmerman, ανώτερο εμπορικό στέλεχος της Σανέλ, «η επιτυχία του οποίου οφείλεται στο άρωμα το ίδιο και την πολύ δημιουργική διαφήμιση πίσω από αυτό.»
Προς το τέλος της δεκαετίας του '50, η Mέριλιν Μονρό αποκάλυψε ότι το Chanel Νο.5 ήταν το αγαπημένο της άρωμά. Όταν ρωτήθηκε τι φορούσε στο κρεβάτι, αυτή απάντησε «δύο σταγόνες του Chanel Νο.5». Ένα μπουκάλι Chanel Νο. 5 πωλείται κάθε 30 δευτερόλεπτα.
Η Σανέλ το εισήγαγε το 1922. Από τότε έγινε και παρέμεινε δημοφιλές και παραμένει ένα κερδοφόρο προϊόν της επιχείρησης Σανέλ. Ο Pierre Wertheimer έγινε συνεργάτης της στην επιχείρηση αρώματος το 1924. Ο Wertheimer ήταν κύριος μέτοχος της επιχείρησης κατά 70%. Η Κοκό Σανέλ έλαβε το 10% και ο φίλος της Bader το 20%. Ο Wertheimer συνεχίζει να ελέγχει την επιχείρηση αρώματος μέχρι και σήμερα.
Με το μείγμα του ylang-ylang και γιασεμιού (που καλλιεργούνται σε ειδικά λιβάδια, στη Γαλλία, που είναι στην κατοχή της εταιρείας), το διακριτικό art deco μπουκάλι και τη μινιμαλιστική συσκευασία του, το No5 παραμένει ένα ανεξίτηλο σύμβολο του οίκου Σανέλ και του δυτικού πολιτισμού αυτού του αιώνα.
Η Σανέλ αγαπούσε να αναφέρει την έκφραση του ποιητή Paul Valery που είπε ότι «μια άσχημα αρωματισμένη γυναίκα δεν έχει κανένα μέλλον.» Τρία τέταρτα ενός αιώνα αργότερα, το No5 προφανώς συνεχίζει να είναι μια προστασία ενάντια σ’ αυτή τη μοίρα.
Το ταγέρ Σανέλ
Οτιδήποτε και αν είναι, είτε ένα ταγέρ του 30, είτε του 60, το κλασικό ταγέρ Σανέλ έχει τις "boxy" -τετράγωνες- γραμμές. Το χαρακτηριστικό ταγέρ της, επίσης, έχει λεπτή και συγκεκριμένη πλέξη (που είναι μια μοναδική τεχνική αργαλειού), ενώ το σακάκι ευθυγραμμίζεται με τη φούστα και έχει μαύρα τελειώματα. Τα κουμπιά είτε μοιάζουν με νομίσματα, είτε είναι χρυσά με το διπλό λογότυπο των "CC" να επιδεικνύεται πάνω τους και συνδυάζονται με μεγάλα μαργαριταρένια περιδέραια κοστουμιών. Υπάρχει πάντα ένα ζωνάρι που ράβεται στη μέση της φούστας, για να αποτρέπεται η μπλούζα από την ολίσθηση και το φερμουάρ τοποθετείται στην πλευρά της φούστας για να είναι πιο άνετη. Από μία άποψη, το να φοράει κάποιος ένα ταγέρ Σανέλ, είναι όπως το να φοράει ένα οποιοδήποτε άλλο περίκομψο ταγέρ, το οποίο, όμως, έχει φτιαχτεί ειδικά για να ταιριάζει στις κινήσεις αυτού που το φορά και να διατηρεί την τέλεια χάρη του και την κομψότητά του.
Το γνωστό αυτό ταγέρ της Σανέλ, που προωθήθηκε το 1923, περιελάμβανε μια φούστα στο μήκος του γονάτου (για πρώτη φορά στην ιστορία της γυναικείας μόδας, οι γυναίκες έδειχναν τους γυμνούς τους αστραγάλους σε δημόσια θέα - οι άνθρωποι είχαν εκπλαγεί από αυτό το νέο στυλ) ή παντελόνι για γυναίκες, δημιουργώντας το πρωτοποριακό για την εποχή ανδρόγυνο στυλ, το οποίο, επίσης, περιλάμβανε το γυναικείο πουκάμισο και τη γραβάτα, που κανένας άλλος σχεδιαστής δεν είχε τολμήσει να χρησιμοποιήσει.
Τα ταγέρ αυτά, εξαφάνιζαν την γυναικεία μέση και διέθεταν απλότητα. Τα ταγέρ της ταίριαζαν στον τρόπο ζωής των ανθρώπων και δεν ήταν απλά μόδα. Η ίδια έλεγε «φτιάχνω ρούχα μέσα στα οποία οι γυναίκες μπορούν να ζουν, να αναπνέουν, να αισθάνονται άνετα και να φαίνονται νεότερες». Το σκεπτικό πίσω από αυτά βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με το σκεπτικό που έφτιαχναν τα ρούχα πριν από αυτήν.
Το Μάιο του 1916, η Σανέλ εισήγαγε τα ζέρσεϋ ταγέρ. Το ζέρσεϋ είναι ένα μαλακό και ελαστικό ύφασμα, το οποίο χρησιμοποιείτο μόνο για τα εσώρουχα των αντρών, πριν εκείνη το χρησιμοποιήσει στα ταγέρ της, γιατί η εμφάνισή του και η κίνησή του το καθιστούσαν δύσκολο στο χειρισμό. Λόγω των συνθηκών του πολέμου, η Σανέλ το υιοθέτησε σαν υλικό υψηλής ραπτικής. Σήμερα το μέσο κόστος ενός κοστουμιού Σανέλ είναι $5.000 και μπορεί να αγοραστεί μόνο σε Σανέλ boutiques ή σε πολυτελή καταστήματα. Οι λεπτομέρειες, όπως τα έξοχα υφάσματα, το προσεγμένο κόψιμο και το ράψιμο στο χέρι συμβάλλουν στο υψηλό κόστος. Η Σανέλ ήταν σταθερός οπαδός της άποψης ότι, εάν οι δαπάνες κόστους των προϊόντων της ήταν υψηλές, κατόπιν τα εμμονικά, τέλεια σχέδιά της θα εκτιμούνταν αληθινά.
Η καπιτονέ τσάντα με την αλυσίδα
Η καινοτομία της συγκεκριμένης τσάντας (για την οποία πήρε το Neiman Marcus award) ήταν αφ’ ενός η ειδική επεξεργασία που είχε υποστεί το δέρμα και αφ’ ετέρου η ευφάνταστη εισαγωγή της αλυσίδας στη γυναικεία ένδυση και αξεσουάρ.



Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου